ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ
_____________________________________________________________
Ήμουν στην Κύπρο την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου 2024, προσκεκλημένη από τον Ξενή Ξενοφώντος, πρόεδρο του Ινστιτούτου Ελληνικού Πολιτισμού, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου μου «Για την Ελλάδα που ματώνει». Η εκδήλωση είχε οργανωθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια. Ίσως γι’ αυτό, εκτός της θερμής υποδοχής που επιφυλάχθηκε στο βιβλίο μου, δόθηκε και σ’εμένα, στην τρίτη μου αυτή επίσκεψη στη Μεγαλόνησο, το ιδιαίτερο προνόμιο να διεισδύσω σε χώρους, που κάλυπτα ευαίσθητες, συγκινητικές, αλλά και τραγικές στιγμές της Μεγαλονήσου, προσιτές στους ολίγους. Σε όσους δεν αρκούνται στις εξαιρετικές φυσικές ομορφιές της, και στην απαράμιλλη ευγένεια των κατοίκων της, αλλά διαπερνούν την επιφάνεια του πολιτισμένου αυτού νησιού, για να αγγίξουν τις πληγές της που αιμορραγούν. Σε αυτούς, που κρίνονται ώριμοι να αποδεχτούν, με τρόμο βέβαια, ότι κάποια απευκταία χαρακτηριστικά της, τής εξασφαλίζουν αρνητική πρωτιά στην υφήλιο. Στους ολίγους, δυστυχώς, που διερωτώνται με απερίγραπτη ανησυχία, πότε και πως θα τελειώσει αυτή η κυπριακή τραγωδία. Σε όσους έχουν συνειδητοποιήσει το, οπωσδήποτε, εμφανές, ότι δηλαδή ένα σημαντικό τμήμα της Ελλάδας, βρίσκεται κάτω από τουρκική κατοχή επί 50 ολόκληρα χρόνια.
Ήρθε η ώρα να ομολογήσω, ότι κι εγώ, μέχρι αυτή την τρίτη μου επίσκεψη, είχα έρθει σε επαφή κυρίως με την επιφάνεια της Κύπρου, και όχι αρκετά με τις λεπτομέρειες του υποστρώματος. Αυτό, δηλαδή, που διαιωνίζει με πολλή οδύνη τις συχνά ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, των ανείπωτων, και των απάνθρωπων μαρτυρίων, που υπέστησαν τα δικά της, τα δικά μας παιδιά. Αυτά που τα βάφτισαν «τρομοκράτες» οι «φίλοι», Άγγλοι, παρότι αγωνίζονταν για την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Αυτά, που πάνω στην αγχόνη, άφηναν την τελευταία τους πνοή τραγουδώντας τον εθνικό μας ύμνο.
Η θλίψη, που δεν άφηνε να στεγνώσουν τα μάτια μου, περιοδεύοντας στην Κύπρο, ήταν για τα αμούστακα Ελληνόπουλα, που θυσιάστηκαν για την ελευθερία, αλλά ακόμη και κυρίως επειδή το ολοκαύτωμά τους δεν είχε δικαίωση, επί 50 ολόκληρα χρόνια. Αντιθέτως, μέσα σε αυτό τον μισό αιώνα, φαίνεται να πολλαπλασιάστηκαν και να εντάθηκαν οι αιτίες, που οδήγησαν στην αγχόνη τα Ελληνόπουλα, αλλά και αυτές που τα ηρωοποίησαν ενόσω πολεμούσαν για την ελευθερία. Εκτός από τα φυλακισμένα μνήματα, ένα απέραντο νεκροταφείο με ομοιόμορφους άσπρους σταυρούς είναι το δικό τους ηρωικό αποτύπωμα, αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο.
Υπάρχει, όμως, για την Κύπρο, εκτός από το ηρωικό και συνάμα τραγικό παρελθόν, και παρόν. Και θέλω να ελπίζω και μέλλον. Ποιες οι σημερινές προδιαγραφές τους;
Α. Οι διαχρονικές εξελίξεις στην Κύπρο φαίνεται να οδηγούν σε αδιέξοδο
Παρότι ενδιαφέρομαι και ασχολούμαι, ίσως και κάποτε υπερβολικά με τα κοινά, ωστόσο, στην τελευταία μου αυτή επίσκεψη διαπίστωσα ότι μου έλειπαν σημαντικές σελίδες, αναφορικά με τα διαχρονικά διογκούμενα προβλήματά της Κύπρου, καθώς και με τις όποιες δυνατές λύσεις τους. Η άγνοια, η ελλιπής ή επιλεκτική γνώση, παρότι αδικαιολόγητες για αυτή την πολύπαθη ελληνική γωνιά, εξηγούνται ωστόσο από ανεπαρκή πληροφόρηση, από ηθελημένη απόκρυψη ή περιορισμένη αναφορά στα γεγονότα, από τα ΜΜΕ, αλλά και από την υποβολιμαία αίσθηση, στην Ελλάδα, ότι η Κύπρος «κείται μακριά». Σίγουρα, η Κύπρος δεν μονοπωλεί τις αρνητικές συνέπειες των παραπάνω αυτών τάσεων και παραλείψεων, δεδομένου ότι μαστίζουν ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Ωστόσο, ενδεχομένως, στην περίπτωση της Κύπρου να έχουν σοβαρότερες επιπτώσεις, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες της μητέρας Ελλάδας.
1α.Η αιχμή του δόρατος των διαχρονικών εξελίξεων στην Κύπρο
Η Κύπρος μετράει ήδη μισό αιώνα, μέσα στον οποίο το 37% του εδάφους της βρίσκεται υπό παράνομη τουρκική κατοχή. Μέσα σε αυτό το μακρύ χρονικό διάστημα το σύνολο των εξελίξεων, με μόνη ίσως εξαίρεση την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, στρέφεται εναντίον μας και, αντιθέτως, ευνοεί τους Τούρκους. Καταρχήν, η τουρκική αυτή εισβολή, που πραγματοποιήθηκε με τη δικαιολογία της εγγυήτριας δύναμης, το 1974, μετατράπηκε σε μόνιμη καταπάτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου. Παρότι, η τουρκική αυτή επίθεση, εναντίον της Κύπρου, σίγουρα καταπατά το Διεθνές Δίκαιο, ωστόσο ουδείς των αρμοδίων προέβη σε διορθωτικές πρωτοβουλίες, καταγγέλλοντας την ανώμαλη αυτή κατάσταση, που τείνει να καθιερωθεί ως ομαλή, με την πάροδο του χρόνου. Τελικά, πολλά θα εξαρτηθούν από το κατά πόσον θα εξακολουθήσει να επικρατεί η κακέκτυπη έκδοση της παγκοσμιοποίησης της τελευταίας πεντηκονταετίας, που ισοπέδωσε τα πάντα ή θα εξαφανιστεί, όπως το έχει υποσχεθεί ο νέος Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ.
Μπορεί, έτσι, να υποστηριχθεί ότι η παράνομη αυτή καταπάτηση κυπριακού εδάφους, από την Τουρκία, αντιμετωπίζεται από την ευρωπαϊκή και διεθνή κοινότητα ως μορφή χρησικτησίας. Το ψευδοκράτος γίνεται έτσι δεκτό, με ίσους όρους με το επίσημο κυπριακό, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Σιωπηρώς αναγνωρίζεται και από τον ΟΗΕ. Τα συρματοπλέγματα, που ματώνουν τη Λευκωσία, σε μόνιμη βάση, συνηθίζονται από τους κατοίκους της Κύπρου και θεωρούνται περίπου ως κανονικότητα του νησιού. Επίσης, το ίδιο, συνηθίζεται και ο χωρισμός των δρόμων, μέσα από τους οποίους επιτρέπεται ή απαγορεύεται η πρόσβαση πεζών. Η ανέγερση ξενοδοχείων και άλλων χώρων εξασφάλισης άνετης διαμονής στην Κύπρο, για τους επιτηρητές του ΟΗΕ, έχουν σταδιακά περάσει και αυτά σε κάποια μορφή κανονικότητας. Με τον ίδιο τρόπο της οιονεί συνήθειας αντιμετωπίζεται και η έλλειψη αεροδρομίου στην πρωτεύουσα του νησιού. Όσοι την επισκέπτονται, φθάνουν σε αυτήν, μέσω του αεροδρομίου στη Λάρνακα. Οι τραγικοί πρόσφυγες, που αναγκάστηκαν (όσοι διασώθηκαν από τις τουρκικές βαρβαρότητες) να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους στα κατεχόμενα, φαίνεται να αντιμετωπίζουν, πια, ως οριστική, την προσφυγιά τους στην ελεύθερη Κύπρο, ενώ η προηγούμενη ζωή τους έχει περάσει στο μακρύ κατάλογο των «χαμένων πατρίδων». Η Λευκωσία, έτσι και με όλα αυτά τα εξαμβλωματικά χαρακτηριστικά της, διεκδικεί τη θλιβερή μοναδικότητα στην υφήλιο, που φέρει αυτά τα άκρως ανώμαλα δικά της χαρακτηριστικά.
Αλλά, πως φθάσαμε σε αυτή την απευκταία κατάσταση; Ποιοι ευθύνονται;
2 α. Η καταστρεπτική μακροχρόνια ελληνική πολιτική
Είναι αλήθεια ότι στις συναντήσεις μου με επίλεκτους Κυπρίους, πατριώτες, μορφωμένους, κατέχοντες θεσμικές θέσεις, αγωνιούντες για το μέλλον του νησιού τους, είχα την αίσθηση ότι με τα λόγια, το ύφος και τη συμπεριφορά τους, μου διοχέτευαν μηνύματα μιας διαυγούς ελληνικής καθαρότητας, που σπάνια τη συναντάς στη μητέρα Ελλάδα. Και όσο για τα απολύτως δικαιολογημένα παράπονα εναντίον της κεντρικής ελληνικής πολιτικής, που τόσες φορές στην περίπτωσή τους, τους μάτωσε, τους εγκατέλειψε, αδιαφόρησε για την τύχη τους, αυτά συνήθως εκφράζονται μέσα από τις βαριές σκιές των ματιών τους. Σπάνια, πολύ σπάνια ακούγεται σαφής κατηγόρια εναντίον της Ελλάδας, γιατί παρόλα αυτά, το όνειρο της συντριπτικής πλειοψηφίας φαίνεται να είναι η ένωση μαζί της.
Στην περιορισμένη έκταση αυτού του γραπτού, που έχει θέση εντυπώσεων, ευχαριστιών και ανησυχιών για την Κύπρο, με την ευκαιρία της εκεί πρόσφατης επίσκεψής μου, δεν χωρούν διεξοδικές αναλύσεις της ελληνικής πολιτικής των 50 τελευταίων ετών, ή και πριν, που την αφορούν. Θα προσπαθήσω, συνεπώς, να γενικευσω και να συνοψίσω, αυτά που νομίζω ως τα πιο σημαντικά.
Πρέπει υποχρεωτικά να ανατρέξουμε στις συμφωνίες Ζυρίχης στις 19.2.1959 και Λονδίνου 19.2.1959, που απέκλεισαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, που επέβαλαν συγκυριαρχία με την Τουρκία, που παραχώρησαν σε αυτήν το 30% στη διοίκηση και το 40% στη στρατιωτική παρουσία και καθιέρωσαν και τουρκικό βέτο. Και το χειρότερο, οι συμφωνίες αυτές παρείχαν το δικαίωμα, σε καθεμιά από τις εγγυήτριες δυνάμεις, μονομερούς επεμβάσεως, το οποίο και εκμεταλλεύθηκε η Τουρκία το 1974.
Αναζητώντας, λοιπόν, έκτοτε, το κυρίαρχο αρνητικό χαρακτηριστικό της αντιμετώπισης της Κύπρου, από την Ελλάδα, θα επέλεγα την αδιαφορία. Μερική, κεκαλυμμένη, πιθανόν μη συνειδητή, αλλά οπωσδήποτε εξαιρετικά επικίνδυνη. Η αδιαφορία αυτή αποκαλύπτεται περίτρανα από την απουσία, επί 50 συναπτά έτη, ουσιαστικής αναζήτησης αποτελεσματικών τρόπων για την αντιμετώπιση της παράνομα νομιμοποιημένης τουρκικής εισβολής. Η οποία, σαφώς, αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο, στο οποίο οι ελληνικές κυβερνήσεις αναφέρονται, περίπου, ως προσευχή, χωρίς ωστόσο να το επικαλούνται και να το ενεργοποιούν, όταν αυτό απαιτείται. Και όντως η προσφυγή σε αυτό ήταν απολύτως απαραίτητη, τα τελευταία αυτά 50 χρόνια. Έστω και για λόγους εντυπώσεων. Έστω και για την προσπάθεια ευρείας γνωστοποίησης της τουρκικής εισβολής, στην ευρωπαϊκή και διεθνή κοινότητα, με παράλληλη προτροπή αντίδρασης τους. Με την αδράνεια να έχει επικρατήσει στο μακρύ αυτό χρονικό διάστημα, είναι πράγματι δύσκολη η εξαγωγή διαφορετικού συμπεράσματος, εκτός αυτού της σιωπηρής αποδοχής της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Και να προσθέσω στο σημείο αυτό ότι, όπως αποκαλύπτεται πρόσφατα, με τη διάνοιξη των ημερήσιων δελτίων πληροφοριών της ΕΥΠ, σχετικά με τη δραματική χρονιά του 1974, ήταν από τότε γνωστά τα σχέδια εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο, αλλά η ΚΥΠ δεν απέδωσε ιδιαίτερη σημασία και δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα.
Παραδόξως, ωστόσο, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, πριν δυόμισι περίπου χρόνια, δεν αντιμετωπίστηκε, από την Ελλάδα, με την ίδια αδιαφορία όπως στην περίπτωση της Κύπρου. Ακριβώς το αντίθετο. Η πατρίδα μας καταδίκασε την εισβολή με όλα τα μέσα στη διάθεσή της, και προέβη σε κάθε ακραίας μορφής θυσίες υπέρ της Ουκρανίας. Μέχρι σημείου, που να αποστρατικοποιήσει ελληνικά νησιά, προκειμένου να αποστείλει πολεμοφόδια στην Ουκρανία, μέχρι σημείου να περικόψει σημαντικές δαπάνες στο εσωτερικό, για να συνδράμει στην άμυνα της Ουκρανίας, αλλά και μέχρι σημείου να διαρρήξει τις παραδοσιακές της σχέσεις με τη Ρωσία, προκειμένου να φανεί αντάξια των περιστάσεων. Πως να χαρακτηρίσει, και κυρίως πως να δικαιολογήσει κανείς αυτή τη διαφοροποίηση συμπεριφοράς, προς όφελος ξένης χώρας και σε βάρος της δικής της πατρίδας; Ως υποτέλεια, που ξεπερνά ακόμη και τα όρια της πιο αρρωστημένης φαντασίας; Ως αδυναμία στοιχειώδους εφαρμογής μέτρου στην εξωτερική μας πολιτική; Ως θλιβερό αποτέλεσμα της μόνιμης απουσίας μακροχρόνιου σχεδιασμού της εξωτερικής μας πολιτικής; Ή, ακόμη, και ως απάντηση σε σκοτεινές απειλές έξωθεν, που αποκρύπτονται σε μόνιμη βάση από το λαό;
Ως δεύτερο αρνητικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής μας πολιτικής που, από απόψεως συνεπειών, συμπληρώνει το αμέσως προηγούμενο, και που αφορά σίγουρα και την τύχη της Κύπρου, είναι η καλλιέργεια της ουτοπίας περί της ύπαρξης «φιλικών σχέσεων με την Τουρκία». Ακόμη και την επομένη ακάθεκτης σειράς εχθροπραξιών στο Αιγαίο, στον εναέριο χώρο, στα νησιά μας, από την Τουρκία, ακόμη και την επομένη του παραληρήματος Ερντογάν και συνεργατών του περί του αφηγήματος της γαλάζιας πατρίδας, ο ελληνικός λαός έκπληκτος πληροφορείται περί των δήθεν καλών σχέσεων μας με την Τουρκία. Πως εξηγείται; Απλώς, δεν εξηγείται με βάση την απλή λογική. Ενδεχομένως, μπορεί να εκληφθεί ως συνέπεια της έλλειψης σχεδίου εξωτερικής πολιτικής και, συνεπώς, άμεσης ανάγκης κατευνασμού. Ή, να πρόκειται για μια απέλπιδα προσπάθεια απομάκρυνσης από την απειλή πολεμικής σύρραξης. Ή, ακόμη, να μπορεί να αποδοθεί στην ευθυγράμμιση με τις έξωθεν συμμαχικές απαιτήσεις, για τη διατήρηση της ηρεμίας στη Μεσόγειο.
Οι παραπάνω γενικές, αν έτσι μπορεί να εκληφθούν, κατευθύνσεις της εξωτερικής μας πολιτικής, με άμεσο αντίκτυπο στις διαχρονικές περιπέτειες της Κύπρου, διανθιστηκαν κατά καιρούς, και με ατυχέστατες εμπνεύσεις πολιτικής, όπως μεταξύ άλλων τη μεταβολή του ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας-Κύπρου (η Κύπρος ανήκει στην αμυντική γραμμή της Ελλάδος) σε δόγμα του ότι η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται, καθώς και στην υπογράμμιση της διαπίστωσης ότι η Κύπρος κείται μακριά. Ωστόσο, η Τουρκία εκλαμβάνει Ελλάδα και Κύπρο ως ενιαία οντότητα.
Οι άστοχες αυτές πλευρές της εξωτερικής μας πολιτικής, σχετικά με την Κύπρο είχαν, ως συνέπεια, τον εφησυχασμό ΕΕ και ΗΠΑ, ως προς τις εξελίξεις στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, δηλαδή, την εξασφάλιση της απόλυτης άγνοιας και αδιαφορίας τους. Σίγουρα, με βάση τη δική μας αντιμετώπιση των προβλημάτων στην Κύπρο, θα ήταν παράλογη η όποιας μορφής δυσφορία μας, καθώς θα απαιτούσε από τους ξένους συμπεριφορά «βασιλικότερη του βασιλέως.
3α Η συνεπής μακροχρόνια εξωτερική πολιτική της Τουρκίας
Δυστυχώς, οι Τούρκοι, σε αντίθεση με ότι κατά καιρούς βρισκόμαστε να υποστηρίζουμε, είναι σοβαροί και βαδίζουν ακολουθώντας, κατά γράμμα και χωρίς παρεκκλίσεις, την πάγια χαραγμένη εξωτερική τους πολιτική. Η οποία, δεν μεταβάλλεται με το φύσημα του ανέμου, η οποία γίνεται σεβαστή από τις εναλλασσόμενες κατά καιρούς κυβερνήσεις τους, και η οποία καραδοκεί τις κάθε μορφής ευκαιρίες, προκειμένου να υλοποιήσει τις προαποφασισμενες επιδιώξεις της, βήμα προς βήμα. Ειδικότερα, στην περίπτωση της Κύπρου, η Τουρκία επιβάλλει σε κάθε περίπτωση το ψευδοκράτος στη διεθνή κοινότητα, η οποία και δεν αντιδρά, ελλείψει αντίθετων προσπαθειών από την πλευρά μας. Στα 50 χρόνια της παράνομης κατοχής κυπριακού εδάφους, η Τουρκία, σε κάθε ευκαιρία, υποστήριζε το μαύρο σε άσπρο. Και εμφανίζει την Κύπρο ως υπαίτιο βαρβαροτήτων και αγριοτήτων, που διέπραττε η ίδια. Ακόμη, στα 50 χρόνια της παράνομης κατοχής κυπριακού εδάφους, η Τουρκία φρόντιζε και εξακολουθεί να φροντίζει μεθοδικά τον εποικισμό του παρανόμως κατεχόμενου εδάφους της Κύπρου, με απώτερο εμφανή στόχο την αλλοίωση του πληθυσμού στη Μεγαλόνησο. Σε αντίθεση με εμάς, οι Τούρκοι δεν θριαμβολογούν με τα επιτεύγματά τους, δεν αντικρούουν τα άστοχα δικά μας επιχειρήματα, ότι δήθεν είναι απομονωμένοι, ότι δήθεν η οικονομία τους καταποντίζεται, ότι δήθεν μας φοβούνται και άλλα μη σοβαρά, αλλά σταθερά προχωρούν υλοποιώντας έναν προς έναν τους μακροχρόνιους στόχους τους. Οι Τούρκοι, δεν μεταβάλλουν τα σχέδιά τους και δεν δέχονται να θυσιάσουν τα εθνικά τους συμφέροντα υποκλινόμενοι στις απαιτήσεις των συμμάχων τους. Και, δυστυχώς, κερδίζουν, σε αντίθεση με εμάς που παραμένουμε στο περιθώριο, αργοπορημένοι να δράσουμε όταν επιβάλλεται, μονίμως φοβικοί μήπως οι εταίροι μας δυσαρεστηθούν με τη συμπεριφορά μας, αναποφάσιστοι να αδράξουμε τις ευκαιρίες, πρόθυμοι να εξυπηρετήσουμε αλλότρια συμφέροντα ακόμη και σε βάρος των δικών μας, και τελειωμένοι μπροστά στις καταστροφές. Όπως, ακόμη και τώρα, που η Τουρκία γίνεται ισχυρότερη, εξαιτίας των εξελίξεων στη Συρία, και προετοιμάζει μεθοδικά τη διεθνή κοινότητα, για την υπογραφή ΑΟΖ με τη Συρία. Αν και τώρα δεν αντιδράσουμε ταχύτατα, η Κύπρος χάνει το δικαίωμα ανακήρυξης ΑΟΖ στις δυτικές ακτές, και επιβάλλει το τουρκικό ψευδοκράτος σε κυρίαρχη κατάσταση στην Κύπρο.
- Μπορεί το αδιέξοδο στην Κύπρο να μεταβληθεί σε διέξοδο;
Δύσκολο να το εκστομίσει κανείς, όμως η υπόσταση της Κύπρου βρίσκεται σε υψηλού βαθμού κίνδυνο. Ο κίνδυνος υπήρχε και πριν από τις ανατροπές στη Συρία, με τη μορφή του σταδιακού εποικισμού στα κατεχόμενα, αλλά τα νέα δεδομένα απειλούν με καταστροφή, στην περίπτωση που η κυβέρνηση των τζιχαντιστών στη Συρία επιτύχει διεθνή αναγνώριση.
Από την άλλη πλευρά, ακόμη και μερικής σχετικής εμβέλειας ενέργειες, προσέγγισης της Κύπρου με την Ελλάδα, προσκρούουν σε εμπόδια, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με τη Μεγαλόνησο, για την οποία η Τουρκία δεν έχει εκδηλώσει, προς το παρόν αντιρρήσεις, αλλά προσκρούει στην ανάγκη υπερβολικά υψηλού κινδύνου, από την πλευρά της Κύπρου.
Το αγωνιώδες ερώτημα, εν προκειμένω, είναι το αν υπάρχει έδαφος για προσπάθειες, που να υπόσχονται θετικό αποτέλεσμα, και ικανές να αποτρέψουν την επερχόμενη οριστικοποίηση της τραγωδίας.
Η εύκολη, βέβαια, και απαλλαγμένη άγχους απάντηση είναι ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Στην περίπτωση όμως αυτή, ας τολμήσω να το εκστομίσω, δεν υπάρχει ελπίδα με συνεχιζόμενη αδράνεια, αδιαφορία, φοβικά σύνδρομα και δηλώσεις φιλίας με την Τουρκία. Ακόμη και με την εξάλειψή τους, οι πιθανότητες να γυρίσει ο τροχός είναι οριακές. Αλλά, όμως, υπάρχουν περιθώρια να παύσουν να είναι οριακές, και αυτά βρίσκονται, ενδεχομένως, στις σημαντικές ανατροπές, που εκκολάπτονται στο διεθνές περιβάλλον.
Τι μπορούμε, λοιπόν, και τι επιβάλλεται να γίνει για την Κύπρο, από τη μητέρα Ελλάδα. Το πρώτο και σπουδαιότερο, αν και αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί, όχι μόνο εξαιτίας της δικής μας αργοπορίας να το ανακινήσουμε, αλλά και εξαιτίας της εν γένει παρακμιακής κατάστασης την οποία διανύει η ΕΕ, είναι η καταγγελία των όσων συνέβησαν και των όσων εξακολουθούν να συμβαίνουν στην Κύπρο, καθώς και η επίκληση αναβίωσης του Διεθνούς Δικαίου. Η προσπάθεια μπορεί να επιτύχει, αν γίνει με αποφασιστικότητα, συνέπεια και συνέχεια, αν δεν είναι φοβική, και αν συστρατευθούν όλοι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Η ιδέα είναι η διεύρυνση των αποδεκτών και η αδιάκοπη αναφορά του τι ακριβώς συμβαίνει στην Κύπρο, το πόσο έκνομη είναι η όλη κατάσταση και το πόσο ευθύνονται οι διεθνείς οργανισμοί, και ειδικότερα η ΕΕ, που δεν αναλαμβάνουν δράση για την ομαλοποίησή της. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο οφείλει να συσχετιστεί με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, και να απαιτηθεί, τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοια αντιμετώπιση. Τα αγκάθια των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου θα πρέπει, με διπλωματικούς τρόπους να αντιμετωπιστούν.
Ο χρόνος που πέρασε ανεκμετάλλευτος είναι, δυστυχώς, σε βάρος μας. Όπως, απαράδεκτο είναι και το γεγονός, ότι στην Ελλάδα, οι πολλοί γνωρίζουν πολύ λίγα για τα όσα δραματικά συμβαίνουν στην Κύπρο. Επιβάλλεται, συνεπώς, εκστρατεία επί τόπου πληροφόρησης των Ελλήνων, που να επισκέπτονται την Κύπρο βάσει προγράμματος, και φυσικά να έχουν πρόσβαση στα σκοτεινά και στα πολύ σκοτεινά της σημεία. Οι μαθητές των τελευταίων ετών στο Λύκειο, όπως και οι φοιτητές, επιβάλλεται να επισκέπτονται, τουλάχιστον μια φορά την Κύπρο, ώστε στη συνέχεια της ζωής τους να έχουν γνώση των περιπετειών της και έτσι να είναι σε θέση να τη βοηθήσουν. Πιο δύσκολες, αλλά οπωσδήποτε απαραίτητες θα είναι οι προσπάθειες, για την αναγκαιότητα ΑΟΖ της Κύπρου με τη Συρία, που επιχειρήθηκε στο παρελθόν, δυστυχώς χωρίς τη βοήθεια της Ελλάδας. Ότι δεν τολμήθηκε μέχρι σήμερα, επιβάλλεται να υλοποιηθεί άμεσα τώρα, με αναγκαστική υποχώρηση του φοβικού μας συνδρόμου. Θα πρέπει, επίσης, πάραυτα να επανέλθει και το ενιαίο αμυντικό δόγμα. Ως προάγγελο επανόδου του σε λειτουργία αναφέρω την ίδρυση του ενιαίου πολιτιστικού δόγματος Κύπρου-Ελλάδας (ΕΠΟΔ), που εμπνεύστηκε ο Ξενής Ξενοφώντος, και του οποίου ανακηρύχτηκε πρόεδρος. Οι προοπτικές του δείχνουν θετικές για την εξασφάλιση σημαντικών αποτελεσμάτων στην πορεία του. Ωστόσο το μεγάλο αγκάθι, για το μέλλον είναι οι συνέπειες του τουρκικού εποικισμού στα κατεχόμενα, που επιβάλλεται να απαντηθεί, άμεσα, με εποικισμό Ελλήνων στην ελεύθερη Κύπρο. Διαφορετικά, η συνέχεια του δράματος είναι προδιαγεγραμμένη.
Έστω και τόσο επικίνδυνα αργά, πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι έχουν προ πολλού εξαντληθεί τα περιθώρια εφησυχασμού. Τώρα επιβάλλεται δράση, από κοινού μητέρας και θυγατέρας Ελλάδας. Η Κύπρος είναι το προπύργιο της χώρας. Αν υποχωρήσει, έπεται και σειρά άλλων, γιατί τελικά η Κύπρος δεν είναι μακριά, αλλά πολύ κοντά. Ειδικά, οι εξελίξεις στη Συρία ευνοούν τα επεκτατικά σχέδια του Ερντογάν, και συνεπώς η εξακολούθηση δισταγμών, εκ μέρους της Ελλάδας για την άσκηση νομίμων δικαιωμάτων της καθίσταται θανάσιμα επικίνδυνη. Αχτίδα ελπίδας, για βελτίωση των κινήσεων στη σκακιέρα της Κύπρου εμφανίζει η πιθανή συμμαχία Κούρδων και Ισραήλ, στην οποίαν επιβάλλεται να υπεισέλθουμε με κάποια μορφή. Η ιδέα εισόδου της Κύπρου, ως ενιαίας οντότητας στο ΝΑΤΟ είναι πρόταση, προς συζήτηση, εφόσον εξεταστούν διεξοδικά τα υπέρ και τα κατ΄.
Οι γεωπολιτικές και πολιτικές ανατροπές στη διεθνή σκηνή μπορεί να έχουν σπέρματα κινδύνου, αλλά ταυτόχρονα και υποσχέσεις για επίλυση προβλημάτων. Η ανάληψη της κυβέρνησης των ΗΠΑ, με παράλληλο αναμενόμενο επηρεασμό στην υφήλιο, σε μια μεγάλη γκάμα της οποίας οι επιμέρους ιδιαιτερότητες δεν είναι προβλέψιμες, επιτρέπει ελπίδες καλύτερων ημερών για την Κύπρο. Η προϋπόθεση, βέβαια, για την υλοποίησή τους είναι η έγκαιρη και, σε κάθε περίπτωση, ορθή επιλογή των ατόμων, πέριξ του Τραμπ, η εκ των προτέρων διερεύνηση των δυνατοτήτων τους, και φυσικά η τοποθέτηση του πλανητάρχη σε κάθε περίπτωση. Επιχείρηση διόλου εύκολη, αλλά τα πιθανά της ευνοϊκά αποτελέσματα δικαιολογούν απολύτως την ανάγκη ενδελεχούς προετοιμασίας. Τελειώνοντας να επισημάνω τη διάχυτη αισιοδοξία που εξασφαλίζουν οι προβλέψεις του προέδρου της Κύπρου Νίκου Χριστοδουλίδη, για την επίλυση του κυπριακού, σε αντίθεση με τις εμμονές του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χ. Φιντάν, που εμμένει να ομιλεί περί δύο κρατών. Να μείνουμε στο ένα και μοναδικό κράτος, την Κύπρο μας, και να ευχηθούμε από ψυχής να γίνει το θαύμα, που προσδοκά ο κ. Νίκος Χριστοδουλίδης.
*πρώτη πρύτανις Πανεπιστημίου ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Θεσσαλονίκης


